Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ (μιά ιστορία επιστημονικής φαντασίας)


Αθήνα, 2 Φεβρουαρίου 2044

Αγαπημένα μου εγγόνια, Μίχελ και  Ουλρίκε

Επίτηδες σας αποκαλώ αυτή τη φορά μόνο με  τα γερμανικά σας ονόματα και όχι και με τα ελληνικά σας.  Μαθαίνω από τον στενοχωρημένο πατέρα σας ότι σχεδιάζετε να φύγετε από τη Γερμανία, όπου γεννηθήκατε και ζείτε μέχρι σήμερα και να έρθετε να αυτοκτονήσετε ζήσετε μόνιμα στην Ελλάδα. Ότι σκέφτεστε να παρατήσετε τις σπουδές σας και ό,τι άλλο κάνετε και να έρθετε εδώ για να ασχοληθείτε, ποιός ξέρει με τί ακαταλαβίστικα τού λέτε - και μού μεταφέρει. Κι ότι θεωρείτε και την Ελλάδα πατρίδα σας, και ότι θέλετε να τής "προσφέρετε", και διάφορα τέτοια ... μή χέσω τα χαρακτηρίσω. Πριν το επιχειρήσετε θα ήθελα να σας μιλήσω για μιά άλλη Ελλάδα, την πραγματική, αυτή που δεν έχει καμμία σχέση με την αρχαία, για την οποία μάθατε στο σχολείο σας (στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχε), αλλά ούτε και με αυτήν την οποία ερωτευτήκατε από παιδιά τα καλοκαίρια που ερχόσασταν εδώ για τις διακοπές σας. Κι επειδή το είχα προβλέψει πριν γεννηθείτε ότι κάποτε θα σκεφτόσαστε να κάνετε αυτή την κουταμάρα, είχα πει τού γιού μου και πατέρα σας, να μην σας δώσει διπλά ονόματα, δηλαδή ελληνικά και γερμανικά, αλλά μόνο γερμανικά. Μάλιστα όταν πριν τριάντα χρόνια ξαπόστελνα τον μετέπειτα πατέρα σας στη Γερμανία για σπουδές και  για μια καλύτερη ζωή, του είχα πει πρώτον να παντρευόταν γερμανίδα, δεύτερον να έδινε το επώνυμό της στα παιδιά που θα έκανε και τρίτον να μην μάθαινε καν ελληνικά στα παιδιά τους, ώστε να κοπούν οι γέφυρες μιας ολέθριας επιστροφής. Στο πρώτο και στο δεύτερο με άκουσε, αλλά ως προς το τρίτο δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαγεί από τις παιδικές του αναμνήσεις στην Ελλάδα. Κι έτσι σας μιλούσε ελληνικά ενώ τα γερμανικά τα είχε αφήσει να σας τα λέει μόνο η μάνα σας. Αλλά για να μην τα ρίχνω μόνο σ’ αυτόν, πρέπει να πω ότι κι η αφελής γερμανίδα μάνα σας θεωρούσε πλούτο να έχει κανείς δύο εθνικότητες, αδιάφορο ποιές είναι αυτές. Είναι ίσως μια ιδιοτροπία των ανεκτικών και ρομαντικών βορειοευρωπαίων...

Αλλά ας μπω στο θέμα.

Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα από το 2009 και μετά (την εποχή δηλαδή που «έδιωχνα» τον εικοσάχρονο γιό μου και μετέπειτα πατέρα σας από εδώ) δεν είχε καμία σχέση με τη διεθνή τότε οικονομική κρίση, η οποία σήμερα στις άλλες χώρες  είναι μια δυσάρεστη ανάμνηση (ενώ για τη χώρα που ζείτε εσείς δεν είναι ούτε καν ανάμνηση). Η αιωνίως υπερδανειζόμενη Ελλάδα απλώς χρεωκόπησε λόγω της γενικευμένης εθνικής διαφθοράς και της εκούσιας πολιτισμικής της καθυστέρησης. Για άλλη μια φορά μετά τα χρηματικά πακέτα τού σχεδίου Μάρσαλ (ρωτήστε τον πατέρα σας να σάς πει τί είναι), τα δάνεια, ή οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν ξεπλυθεί με τα καλύτερα χρηματοοικονομικά απορρυπαντικά και είχαν χαριστεί σε κλασικούς κρατικοδίαιτους διαπλεκόμενους  έλληνες επιχειρηματίες, οι οποίοι τα έβγαλαν αμέσως στην Ελβετία, ή παρακρατηθεί ως μίζες πολιτικάντηδων για κακοφτιαγμένα δημόσια έργα, ή «επενδυθεί» σε πανάκριβα αυτοκίνητα και βίλλες κομματόσκυλων και άλλων «ημετέρων» (ρωτήστε τον πατέρα σας και γι' αυτή την έννοια), ή είχαν δωρισθεί ως μισθοί και «επιδόματα» στον διακομματικό πελατειακό στρατό των δημοσίων υπάλληλων. Η διεθνής κρίση απλώς επιτάχυνε ένα τοπικό εθνικό φαλημέντο, που θα συνέβαινε ούτως ή άλλως.  Απλά είναι ίδιον τού μονίμως ανεύθυνου και ψυχικά ανώριμου νεοέλληνα να κατηγορεί πάντα τους «κακούς» ξένους για ό,τι κακό προκαλεί ο ίδιος στον εαυτό του.

Μετά ήρθε η διεθνής επιτήρηση και οι μηχανισμοί της, τα ΔΝΤ της, οι επίτροποί της, οι τρόικές της κ.λπ. Πολλοί αφελείς πίστεψαν τότε ότι η ξένη παρέμβαση θα άλλαζε προς το καλύτερο τη χώρα, ότι η εγγενής εθνική διαφθορά δεν θα άντεχε τη σύγκρουση με τον δυτικοευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό και εξορθολογισμό (με τα καλά του και τα κακά του) κλπ. Προσωπικά ευχόμουν να έρθει γερμανός διευθυντής στον δημόσιο οργανισμό που εργαζόμουν (και σε κάθε δημόσιο οργανισμό, υπουργείο, τράπεζα κ.λπ.), ελπίζοντας να στείλει στον δρόμο τα ανίκανα τεμπελοκομματόσκυλα που είχαν διοριστεί από το παράθυρο και συχνά καταλάμβαναν θέσεις ευθύνης. Βλέπετε εγώ ήμουν από αυτούς τους ελάχιστους που είχαν διοριστεί αξιοκρατικά (για να διατηρεί το διεφθαρμένο σύστημα μια επίφαση αξιοκρατίας), που έβγαζαν όλη τη δουλειά και που ήσαν μονίμως σε καθεστώς δυσμένειας: πάντα πρέπει να υπάρχει ένα κορόιδο που θα παράγει έργο, για κάθε δέκα αναλφάβητα κομματικά κοπρόσκυλα που θα το καρπώνονται και θα το κατασπαταλούν. Γι' αυτό δεν σκεφτόμουν "εθνικά" και δεν φοβόμουν την αξιολόγηση (από τους γερμανούς εννοείται...), όπως οι άχρηστοι διευθυντές και προϊστάμενοί μου. Ευχόμουν μάλιστα να γίνει η Ελλάδα το 17ο κρατίδιο της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Θεωρούσα ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να γίνει η Ελλάδα δυτική χώρα, αλλά και για να ανασάνουν οι λίγοι ικανοί και άξιοι άνθρωποι αυτής της χώρας από τη μπότα του κοπροπολτού των άχρηστων υπολοίπων, που τους πατούσε στο στήθος επί δύο αιώνες "ελεύθερου εθνικού βίου".
Όνειρα θερινής νυκτός. Οι δυτικοί αποδείχτηκαν για άλλη μια φορά παιδιά με κοντά παντελονάκια μπροστά στους ανατολίτες απογόνους των βυζαντινών τσιφλικάδων και φαναριωτών με την τεράστια ιστορική εμπειρία. Των μετέπειτα κοτσαμπασήδων, και νυν κρατικοδίαιτων ψευτοαστών, που κυβερνούν τη χώρα μεταλασσόμενοι συνεχώς (και μόνο επιφανειακά) εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια. Εδώ οι βυζαντινοί τσιφλικάδες και η εκκλησία είχαν "αποκοιμίσει" τους οθωμανούς, μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες όλων των εποχών: στους γερμανούς και στην Ε.Ε. θα κόλλαγαν οι μεταλλαγμένοι απόγονοί τους; Οι "δικοί" μας τους τρέλαναν στην τρίπλα και κυρίως τους έπεισαν ότι χρειαζόταν να συνεχιστεί η αποικιοκρατούμενη διακυβέρνηση από τους ίδιους ντόπιους τοποτηρητές, για να μπορούν και οι "κουτόφραγκοι" να εξασφαλίσουν μια οποιαδήποτε έστω σταθερότητα στην περιοχή, ώστε να σχοληθούν μετά και με τα δικά τους προβλήματα. Άλλωστε δεν ήσαν και λίγοι οι δυτικοί αποικιοκράτες επιχειρηματίες, οι οποίοι είχαν ανάγκη τη συνδρομή




των ντόπιων τριτοκοσμικών βυζαντινών βρυκολάκων για να συνεχίσουν να πουλάνε τα όπλα τους στο Ελλαδιστάν, ή για να "διαχειρίζονται" τους εκχωρημένους φυσικούς πόρους του.
Κι άλλωστε δεν είναι δουλειά των ξένων να εξορθολογίσουν ένα ... "κυρίαρχο κράτος".

Το μόνο καλό που προέκυψε από εκείνη την ιστορία είναι ότι οι "κουτόφραγκοι" δεν ξαναδάνεισαν ποτέ στους (β)ρωμηούς (ρωτήστε τον πατέρα σας να σας πει τί σημαίνει αυτός ο χαρακτηρισμός) με τους τρελούς ρυθμούς που τούς δάνειζαν μέχρι τότε. Κι έτσι η νεοελλάδα έπαψε να ζει με δανεικά και απέκτησε επιτέλους το νεόπτωχο βιοτικό επίπεδο που της άξιζε. Η ελληνική κοινωνία άλλαξε δραματικά από τότε, σε σχέση με εκείνη που θυμόμαστε εμείς οι παλιότεροι , αλλά μόνο ποσοτικά κι όχι ποιοτικά. Όπως ήταν αναμενόμενο τη «νύφη» την πλήρωσαν κατεξοχήν και κυρίως όσοι δεν είχαν συμμετάσχει στο πάρτυ της διαφθοράς και της διαπλοκής (μάλλον μια μειοψηφία επί τού πληθυσμού). Η πλειοψηφία ζορίστηκε, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, αλλά παρά την ανασφάλεια δεν αντιμετώπισε ποτέ πρόβλημα επιβίωσης (και φυσικά δεν ήσαν λίγοι αυτοί που πλούτισαν μέσα στην καταστροφή). Όσοι όμως φτωχοποιήθηκαν (συνήθως όσοι περνούσαν δύσκολα και πριν την «κρίση») έμειναν μόνιμα έτσι, κι αυτοί και τα παιδιά τους. Λόγω τής πτώσης τού βιοτικού επιπέδου και τής κήρυξης έκτοτε τής χώρας σε κατάσταση παρατεταμένης «έκτακτης ανάγκης», η πολιτική, δικαστική και η κάθε είδους θεσμική αυθαιρεσία, οι πελατειακές σχέσεις, η διαφθορά και η διαπλοκή γνώρισαν μιά από τις ενδοξότερες περιόδους τής ιστορίας τους, μετά τη βυζαντινή και την οθωμανική. Η Ελλάδα επέστρεψε απο κάθε άποψη στη δεκαετία του 1960, κι ίσως και πιο πριν. Αν φυσικά δεχτούμε ότι είχε ποτέ φύγει από εκεί.

Σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο δύο, ή και τριών οικογενειών που μοιράζονται το ίδιο διαμέρισμα.

Το επίσημο ποσοστό ανεργίας δεν έχει πέσει εδώ και τριάντα χρόνια κάτω από το 30% (συνήθης κατάσταση σε κάθε τριτοκοσμική χώρα).

Το ποσοστό αναλφαβητισμού έχει επανέλθει στα επίπεδα του 19ου αιώνα: εδώ και τριάντα χρόνια σπουδάζουν μόνο όσοι έχουν μια συγκεκριμένη οικονομική επιφάνεια, ενώ ένα επίτηδες ανεξακρίβωτο ποσοστό παιδιών δεν τελειώνει καν την υποχρεωτική εκπαίδευση.

Ο μισός πληθυσμός (σχεδόν όλος ο ιδιωτικός τομέας) είναι ανασφάλιστος, είτε γιατί αναγκάζεται να δουλεύει «μαύρα» (για τους «μισθούς» ας μην το συζητήσουμε καλύτερα), είτε γιατί είναι άνεργος (λόγω όμως της πάντοτε ανθούσας στην Ελλάδα παραοικονομίας, η εξαθλίωση, παρά την εξάπλωσή της, δεν γίνεται καθολικός κανόνας).

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι πια το τόσο προνομιούχο στρώμα των μισθωτών σε σχέση με όσα ίσχυαν πριν το 2010, παραμένουν όμως προνομιούχοι με την έννοια ότι αποτελούν τον πελατειακό κορμό στήριξης τού διεφθαρμένου -όσο ποτέ- καθεστώτος: τουλάχιστον έχουν μια σταθερή και κομματικά εξασφαλισμένη δουλειά, όσο μίζερη κι αν έχει καταντήσει (και φυσικά «λαδώνονται» με το «καλημέρα»).Το ξέρω από πρώτο χέρι γιατί κι εγώ δημόσιος υπάλληλος υπήρξα: μόλις πέρασαν οι φοβέρες του πρώτου καιρού, ότι δήθεν θα μας απέλυαν, ή ότι θα μείωναν τις προσλήψεις καινούριων (που λέγονταν φυσικά για τα μάτια του κόσμου και των οικονομικών επιτηρητών τής χώρας) μάς κλάσανε τ' αρχίδια. Η αιτία είναι απλή: μια τριτοκοσμική χώρα έχει πάντα διεφθαρμένη εξουσία, η οποία στηρίζεται (πού αλλού;) στις μαζικές πελατειακές σχέσεις.
Κι έτσι το χαμηλό (δεκαετίας 1950-1960) βιοτικό επίπεδο και η μόνιμη πλέον ανασφάλεια έχουν επιφέρει πρωτοφανή αναζωπύρωση των πελατειακών σχέσεων (οι οποίες φυσικά ουδέποτε έπαψαν να αποτελούν –μαζί με τη διαφθορά- το δομικό υλικό της νεοελληνικής ζωής και κουλτούρας, ήδη από τη βυζαντινή εποχή).

Από εισοδηματική άποψη, για να ανήκεις στη μεσαία τάξη θεωρείται πλέον αρκετό το να έχεις δικό σου σπίτι και μια  δουλειά που να σου εξασφαλίζει διατροφή, πληρωμή ηλεκτρικού, νερού κλπ. και ίσως τη βενζίνη.
Η κατοχή σχετικά νέου σε ηλικία μεταφορικού μέσου είναι επίσης ένδειξη ότι ανήκεις στη μεσαία τάξη, αν και πλέον όσα τέτοια υπάρχουν είναι οικογενειακής και όχι ατομικής κατοχής  (κυκλοφορούν όμως αρκετά μοντέλα τριακονταετίας και πολλές πατέντες και ιδιοκατασκευές). Για την ακρίβεια, δεν υπάρχουν πλέον άτομα μεσοαστοί, αλλά μεσοαστικές οικογένειες: εννοείται ότι πλέον κανείς δεν έχει τη δυνατότητα να κατοικεί μόνος του και η οικογενειακή δομή της νεοελληνικής κοινωνίας έχει επικρατήσει και εδώ πανηγυρικά (στην πραγματικότητα βέβαια πάντα αυτό ίσχυε: ο νεοέλληνας δεν αποχωριζόταν τη μαμά του, αν δεν παντρευόταν – συχνά ούτε και μετά...). Ενώ, όσο κι αν φαίνεται ανεξήγητο σε όσους έχουν άγνοια οικονομικών, οι πλούσιοι (λόγω της υπερχειλίζουσας πλέον διαφθοράς και των «ευκαιριών» που έχει δημιουργήσει) έχουν αυξηθεί ανάλογα με τους εξαθλιωμένους. Και δεν είναι ασυνήθιστο να βλέπεις ανθρώπους που τους ανακαλύπτουν πεθαμένους στις τρώγλες τους μόλις έχει αρχίσει να μυρίζει αφόρητα το πτώμα τους, ή άστεγους να μην ξυπνάνε το πρωί. 




Οι άστεγοι (επίσης «ανεξακρίβωτο» ποσοστό επί τού πληθυσμού) είναι πλέον παντού και αντιμετωπίζουν μόνιμα την αγριότητα της αστυνομίας, που προσπαθεί να τους απωθεί στις παραγκουπόλεις, οι οποίες έχουν ξεφυτρώσει σαν αγριόχορτο στα περίχωρα των πόλεων. Αυτές οι παραγκουπόλεις άρχισαν να στήνονται αυθόρμητα από τους ξεσπιτωμένους λίγο μετά το 2015. Στην εποχή της δημιουργίας τους έγιναν θέατρα της πιο άγριας καταστολής, γιατί χαλούσαν την τουριστική εικόνα της χώρας (ο τουρισμός τής οποίας έχει σήμερα αποκτήσει πλήρως τα χαρακτηριστικά των ανάλογων λατινοαμερικάνικων και νοτιοασιατικών: αποτελεί μια βιομηχανία τόσο ανθούσα, όσο περισσότερο εξαθλιώνονται οι ιθαγενείς). Αλλά μετά οι κυβερνήσεις αποφάσισαν ότι ήταν πιο έξυπνο να τις «επισημοποιήσουν» σε στρατόπεδα. Έτσι έκαναν τα στραβά μάτια όταν άρχιζε να δημιουργείται μια νέα παραγκούπολη. Μετά την οριοθετούσαν και μετέτρεπαν τον πληθυσμό της σε λεγεώνες καταναγκαστικής εργασίας.  Από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου τούς μεταφέρουν σε διάφορα μέρη όπου τους υποχρεώνουν να προσφέρουν «κοινωφελή εργασία» (κατά κανόνα χτίζουν υπερπολυτελείς επαύλεις πλουσίων, ή περνάνε καινούρια συρματόπλεξη στον πλήρως ιδιωτικοποιημένο αιγιαλό, ή σε αγροτικές εργασίες, ή στα σκουπίδια)  με αντάλλαγμα μόνο το μεσημεριανό φαγητό (στην πραγματικότητα ένα πιάτο αηδιαστική σούπα, συχνά χωρίς καν ψωμί – κι όταν υπάρχει είναι από πριονίδι. Τις Κυριακές μάλιστα τους δίνουν και ένα φλυτζάνι "καφέ" από ανακυκλωμένη ξυλόκολλα). Στις παραγκουπόλεις η παιδική θνησιμότητα έχει χτυπήσει τριτοκοσμικά ποσοστά. Παιδιά και ηλικιωμένοι πεθαίνουν από ένα απλό κρυολόγημα, όπως στην Ελλάδα της περιόδου πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. 


Μάλιστα το κράτος έχει οργανώσει και ένα είδος άτυπης αστυνομίας εντός των παραγκουπόλεων, η οποία φυσικά έχει στελεχωθεί από άστεγους που απολαμβάνουν «ειδικής» μεταχείρισης από τις αρχές. Η αστυνομία αυτή δεν ασχολείται με την εγκληματικότητα εντός των παραγκουπόλεων (σεξουαλικά και οικογενειακά εγκλήματα, παιδεραστία, αιμομιξίες, μαχαιρώματα, κλοπές κ.λπ.) αλλά λειτουργεί σαν ένα είδος εσωτερικής μαφίας και «διευθέτησης» των περιοχών του εγκλήματος στο εσωτερικό της παραγκούπολης, αλλά και στις «οικονομικές» σχέσεις μεταξύ παραγκουπόλεων. Και δεν είναι μόνο αυτό. Για την ακρίβεια μέσα στις παραγκουπόλεις έχει ενθαρρυνθεί από το κράτος η δημιουργία μιας ολόκληρης άτυπης κάστας προεστών που «εκπροσωπεί» τους κατοίκους της απέναντι στην κρατική εξουσία (δηλαδή να τους κρατάει μαντρωμένους, να τους απογράφει και να έχει ανά πάσα στιγμή παραδοτέα τα ανθρωποφορτία για «κοινωφελή» εργασία).Το κράτος «ιδρύει» πλέον το ίδιο παραγκουπόλεις, «όπου υπάρχει ανάγκη»: μετακινεί δια τη βίας εξαθλιωμένους πληθυσμούς σε περιοχές όπου χρειάζεται «κοινωφελής εργασία», ακόμα και σε νησιά. Φυσικά όλη αυτή η θεσμοποίηση και διαιώνιση της εξαθλίωσης έχει περιβληθεί τον μανδύα της φιλανθρωπίας. Έτσι η σημαντικότερη εστία ενδεχόμενης εξέγερσης έχει σβηστεί πριν καν αρχίσει να καπνίζει. Μετά από τα παραπάνω, όπως είναι φυσικό, οι άστεγοι και οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων βρίσκουν πιο συμφέρον να ζητιανεύουν στα κέντρα των πόλεων, ή να καταφεύγουν στη μικροεγκληματικότητα. Κι έτσι η αστυνομία έχει πολλή δουλειά μαζί τους, για να τους ξαναμαντρώνει. Μάλιστα τούς έχουν εκδώσει και διαφορετικές ειδικές αστυνομικές ταυτότητες: τις ξεχωρίζεις από χιλιόμετρα κι αν έχεις μια τέτοια είσαι εν δυνάμει εγκληματίας και πολίτης δεύτερης κατηγορίας και χρειάζεσαι ειδική άδεια για να κυκλοφορείς εκτός κάποιας χαρακτηρισμένης παραγκούπολης. 


Nα πω επίσης ότι η ελληνική (ή μήπως ελληνόφωνη;) κοινωνία έχει κάνει και μια εντυπωσιακή στροφή προς τη θρησκεία. Στην εποχή μου, πριν τριάντα χρόνια, η θρησκεία έδειχνε να είναι σε φάση ύφεσης. Είχε τεθεί ανοιχτά το ζήτημα διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας, ή το ζήτημα της φορολόγησης των εκκλησιαστικών εισοδημάτων και της εκκλησιαστικής περιουσίας, ή της κατάργησης του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία. Σήμερα κανείς δεν θυμάται καμμία από αυτές τις "ανταρσίες" και τους "ευρωπαϊσμούς". Η θρησκευτικότητα έχει ανακάμψει λόγω της φτώχειας, της ανασφάλειας και της πτώσης του μορφωτικού επιπέδου. Από παιδί είχα να δω γεμάτες εκκλησίες τις Κυριακές. Μάλιστα έχει ψηφιστεί και νόμος που προβλέπει την υποχρεωτική ύπαρξη τουλάχιστον ενός παπά δασκάλου σε κάθε δημοτικό σχολείο και τουλάχιστον δύο καθηγητών παπάδων σε κάθε γυμνάσιο και λύκειο. Το Βυζάντιο έχει επιστρέψει (αν δεχτούμε ότι είχε φύγει έστω και προσωρινά) και τα παγκάρια είναι ξανά γεμάτα.

Βέβαια τίποτα από τα παραπάνω δεν φαίνεται στο μάτι κάποιου που δεν είναι από εδώ. Εξωτερικά όλα δείχνουν «Ευρώπη» και «Δύση». Η μόστρα παραμένει τόσο αριστοτεχνικά πειστική όσο και τον καιρό του εθνικού νεοπλουτισμού με τα λεφτά των «κουτόφραγκων». Η νεοελληνική κοινωνία, η παγκόσμια πρωτεύουσα τής σεμνοτυφίας, τής προσποίησης και τής υποκρισίας, ξέρει να κρύβει πολύ καλά τα σκατά της και προσαρμόστηκε σε αυτή την κατάσταση με την πιο απόλυτη προθυμία. Ίσως γι’ αυτό να ευθύνεται η ψυχική ανωριμότητα του νεοέλληνα, ο φιλοτομαριστικός ατομισμός του και η, σχεδόν γονιδιακή,  σκληρότητά του απέναντι στον διπλανό του: δεν είναι τυχαίο που τα δύο-τρία εκατομμύρια των απογόνων τών μονίμως φτωχοποιημένων εκείνης της «κρίσης» (στους οποίους θα ανήκατε σίγουρα κι εσείς αν δεν είχα προνοήσει να «διώξω» έγκαιρα τον πατέρα σας), θεωρούνται  από τους υπόλοιπους ως πανάξιοι της τύχης τους, «τεμπέληδες» και «ανεπρόκοποι». Προσωπικά πιστεύω ότι ένας τέτοιος τύπος κοινωνίας, δηλαδή προκλητικής αυτοτροφοδοτούμενης ανισότητας και διαρκούς «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», ταιριάζει όσο κανείς άλλος στην αντικοινωνική ψυχοσύνθεση και στο εκούσιο (προ)πολιτισμικό επίπεδο του νεοέλληνα.


Τα πρώτα χρόνια της αποκαλούμενης «κρίσης» τέτοια σενάρια έμοιαζαν σαν επιστημονική φαντασία στους περισσότερους. Η ζαλισμένη από την προπαγάνδα μάζα, διατηρούσε ακόμη ζωντανές τις μνήμες και τις παραδόσεις του γρήγορου κρατικοδίαιτου νεοπλουτισμού. Και   θεωρούσε ότι η «κρίση» ήταν ένα φυσικό φαινόμενο κι ότι κάποτε, όσο κι αν αργούσε, θα επανερχόταν η προηγούμενη ισορροπία σαν ένα εξίσου φυσικό φαινόμενο.

Σήμερα όμως ο εφιάλτης είναι πραγματικότητα κι ο μόνος λόγος που δεν γίνεται αντιληπτός ως τέτοιος είναι η αμνησία αυτού του λαού. Και η χαμέρπειά του επίσης.


Μείνετε μακριά παιδιά μου από αυτόν τον βρωμότοπο και να ερχόσαστε μόνο για διακοπές (έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν άξιζε για τίποτε άλλο). Και να φέρεστε στους ντόπιους σαν αφέντες προς δούλους. Τους αρέσει και το τραβάει ο οργανισμός τους, ενώ αν σας  πάρουν είδηση ότι θέλετε να  "προσφέρετε", θα σας περάσουν για μαλάκες και θα σας κλέψουν το σώβρακο χωρίς να το πάρετε είδηση.
Δεν πρέπει να ξεχνούν ποτέ ότι είναι τριτοκοσμικοί φελάχοι. Γι' αυτό θέλουν τον γερμανό τους, όσο κι αν προσποιούνται τις μυξοπαρθένες.
Και άλλωστε, όπως ελπίζω να φάνηκε, όλοι οι αξιόλογοι άνθρωποι έχουν φύγει από εδώ. Εδώ πλέον κατοικοεδρεύουν  μόνο λαμόγια και δίποδα υποζύγια. Ακόμα και οι γόνοι των πολιτικάντηδων της εποχής μου έχουν εγκαταλείψει αυτό το σαπιοκάραβο: δεν ακούς πια ονόματα όπως Σαμαράς, Παπανδρέου, Καραμανλής, Μητσοτάκης κ.λπ. Για να φύγουν αυτοί, κάτι παραπάνω θα ξέρουν. Και φυσικά αυτοί που τους διαδέχτηκαν δεν έχουν καμμία διαφορά, αφού αναδείχθηκαν από την ίδια ακριβώς παρακμασμένη εθνική κουλτούρα, από την ίδια υπερχιλιετή σαπίλα, από τον ίδιο γαμοκέφαλο λαό. Από την παλιά πολιτική σκηνή μόνο το ΚΚΕ έχει μείνει ίδιο (ρωτήστε τον πατέρα σας να σας πει τί είναι αυτό) και μόνο η Νεοελλάδα από όλες τις χώρες του πλανήτη, διαθέτει κάτι τέτοιο.
Η Ελλάδα δεν είναι για τις πρωτότυπες επαγγελματικές, ή άλλες βιοποριστικές ιδέες σας και για δημιουργικούς ανθρώπους με όνειρα, όπως εσείς. Εδώ, αν δεν είσαι άγριο θηρίο (γλείφτης, πούστης στην ψυχή και λαμόγιο) δεν επιβιώνεις. Βάλτε το καλά στο μυαλό σας: ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ Ο "ΕΛΛΗΝΑΣ"!

Πριν τριάντα χρόνια  έδιωξα από εδώ τον γιό μου που τότε ήταν στη δική σας ηλικία. Το έκανα γιατί δεν ήθελα να έχει για προϊσταμένους τα παιδιά των δικών μου προϊσταμένων, ούτε για αφεντικά τα παιδιά των δικών μου αφεντικών. Δεν ήθελα να υφίσταται και να εξαρτάται από τον κάθε κομπλεξικό βρωμοέλληνα, τον κάθε κατώτερό του που έγλειψε και έδωσε κώλο για να αποκτήσει κάποια εξουσία και κάποιο ιεραρχικό τσιφλίκι (το οποίο κατά τον πιο κλασικό πατροπαράδοτο νεοελληνικό τρόπο, θα το μεταβίβαζε δυναστειακά στο κωλοπαίδι του). Δεν ήθελα να γλείψω για να έχει μια αξιοπρεπή ζωή, ούτε να του δώσω τέτοια παραδείγματα χαμέρπειας: αξιοπρέπεια που έχει κερδηθεί με γλύψιμο δεν είναι αξιοπρέπεια. Ήθελα να έχει αυτό που του αξίζει, ό,τι κι αν είναι αυτό. Και τα παιδιά του επίσης. Δεν τον έδιωξα για να έρθετε εσείς εδώ και να σας γαμήσουν τα ναυτάκια που νομίζουν ότι γίνανε καπεταναίοι. Αλλά φαίνεται ότι εκείνος δεν το εκτίμησε. Έπρεπε να τον έχω αφήσει εδώ, να γαμούσαν εκείνον τα ναυτάκια. Δεν θα είχε ούτε καν τη δική μου σύνταξη πείνας. Τότε θα ονειρευόταν όλα αυτά που απέκτησε χωρίς αγωνία και γλύψιμο στην απείρως πιο σοβαρή χώρα όπου είχε το προνόμιο να περάσει τη ζωή του.

Αυτά είχα να σας πω και εύχομαι τα ελληνικά που τόσο απερίσκεπτα σάς έμαθε ο ανεκδιήγητος γιός μου να είναι τουλάχιστον αρκετά καλά για να καταλάβετε όλα όσα σας γράφω. Και σας τα γράφω με χαρτί και μολύβι όπως τον παλιό καιρό, γιατί τα γραπτά μένουν και δεν θα ήθελα, αν τελικά αποπειραθείτε να αυτοκτονήσετε μετακινηθείτε μόνιμα εδώ, να αναρωτηθείτε γιατί δεν σας είχε προειδοποιήσει εκείνος ο μαλάκας ο παππούς σας, που ζούσε στην Ελλάδα και γνώριζε την κατάσταση.
Και συγχωρείστε μου τις βωμολοχίες που τόσο συχνά χρησιμοποίησα, αλλά είναι κι αυτός ένας τρόπος για να σας κάνω να αντιληφθείτε το κακό που πάτε να κάνετε στον εαυτό σας.  
Σας εύχομαι καλά μυαλά.



Με αγωνία για το μέλλον σας,
ο παππούς σας
Ιωσήφ Καραμήτρος 






ΥΓ.: Σας στέλνω και μια συλλεκτική φωτογραφία τής τοπικής παραγκούπολης τού τόπου καταγωγής μας, των Γαργαλιάνων, όπως ήταν πριν 30 χρόνια. Σήμερα είναι δεκαπλάσια σε έκταση και πληθυσμό. Θα σας πάω να τη δείτε, το καλοκαίρι που θα έρθετε. Μάλιστα έχει και εκκλησία, την Παναγιά την Παραγκουπολίτισσα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου